σειραφόρος

και ιων. τ. σειρηφόρος και σειροφόρος, -ον, Α
1. αυτός που οδηγείται με σχοινί («σειρηφόρον μὲν ἑκατέρωθεν ἔρσενα παρέλκειν [κάμηλον]», Ηρόδ.)
2. (συν. σε συνεκφορά με το ἵππος) άλογο που σύρει την άμαξα μόνο με σχοινί ή λουρί, με το οποίο είναι δεμένο πλάγια από τα δύο, συνήθως, άλογα που φέρουν τον ζυγό («σειραφόρον πῶλον», Αισχύλ.)
3. (για Πάρθο) αυτός που κρατά σχοινί με βρόχο στο ένα άκρο του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σειρά + -φόρος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σειραφόρος — σειρᾱφόρος , σειραφόρος which draws by the trace only masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειρηφόρον — σειραφόρος which draws by the trace only masc/fem acc sg (ionic) σειραφόρος which draws by the trace only neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειραφόρον — σειρᾱφόρον , σειραφόρος which draws by the trace only masc/fem acc sg σειρᾱφόρον , σειραφόρος which draws by the trace only neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -φορος — ΝΜΑ β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ονομάτων, αρσενικών και θηλυκών, και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα φορ τής ρίζας τού ρήματος φέρω* και απαντά σε μεγάλο αριθμό συνθέτων (σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • παράσειρος — η, ο / παράσειρος, ον, ΝΑ (για άλογα) αυτός που δεν είναι ζευγμένος αλλά δεμένος στα πλάγια τού κανονικού ζεύγους αλόγων που σύρουν το όχημα, αλλ. σειραφόρος αρχ. 1. παράπλευρος, αυτός που βρίσκεται στο πλευρό κάποιου 2. μτφ. σύντροφος 3. (το ουδ …   Dictionary of Greek

  • σειραφόριο — το, Ν [σειραφόρος] ξύλινο ή σιδερένιο κοντάρι που βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος άμαξας, στο οποίο προσδένονται οι σειράδες …   Dictionary of Greek

  • σειρηφόρος — ον, Α βλ. σειραφόρος …   Dictionary of Greek

  • σειροφόρος — ον, Α βλ. σειραφόρος …   Dictionary of Greek

  • σειραφόροι — σειρᾱφόροι , σειραφόρος which draws by the trace only masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειραφόρους — σειρᾱφόρους , σειραφόρος which draws by the trace only masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.